
Τι αποκαλύπτει ο διάλογος της Γερμανίδας υπουργού Άμυνας και του Ευρωπαίου Ζοζέπ Μπορέλ; Ποια κίνηση της Ελλάδας έχει κάνει έξαλλο τον Ερντογάν;Ο διάλογος που επιβεβαιώνει την κρισιμότητα της κατάστασ…
Τι αποκαλύπτει ο διάλογος της Γερμανίδας υπουργού Άμυνας και του Ευρωπαίου Ζοζέπ Μπορέλ; Ποια κίνηση της Ελλάδας έχει κάνει έξαλλο τον Ερντογάν;
Ο διάλογος που επιβεβαιώνει την κρισιμότητα της κατάστασης – Ανήσυχη η Γερμανία για την στάση της Τουρκίας, αλλά συνεχίζει να την στηρίζει.
Ένα μικρόφωνο που ήταν ανοιχτό αποκάλυψε έναν ενδιαφέροντα διάλογο μεταξύ του επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοζέπ Μπορέλ και της Γερμανίδας υπουργού Άμυνας.
Σύμφωνα με τον ΣΚΑΪ, ερωτηθείσα την Τετάρτη από τον ύπατο εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής πώς εξελίχθησαν οι επαφές με Αθήνα και Άγκυρα, η Άνεγκρετ Κράμπ Κάρενμπαουερ, η οποία προφανώς δεν είχε αντιληφθεί ότι το μικρόφωνο ήταν ανοιχτό, απάντησε: «Δύσκολα. Λίγο πιο ομαλά με την ελληνική πλευρά, αλλά πολύ δύσκολα με την τουρκική πλευρά».
Ο Μπόρελ απάντησε ότι «οι Τούρκοι είναι πολύ εκνευρισμένοι με τη συμφωνία της Ελλάδας με την Αίγυπτο» και ότι «πιστεύουν ότι οι Έλληνες δεν είναι αξιόπιστοι». «Η Άνγκελα Μέρκελ θα ενημερώσει τον Ερντογάν την Παρασκευή» του απάντησε η γερμανίδα υπουργός.
Σε δηλώσεις της στους δημοσιογράφους, η κ. Καρενμπάουερ δήλωσε ότι η ελληνοτουρκική κρίση δεν είναι μόνο θέμα των δυο χωρών, αλλά «μας άφορα όλους την ΕΕ και το ΝΑΤΟ».
«Η Γερμανία προσπαθεί να μεσολαβήσει και να δρομολογήσει πολιτική λύση. Πρόκειται για σύνθετα ζητήματα, δεν λύνονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Με τους κ. Παναγιωτόπουλο και (τον κύπριο υπουργό Άμυνας) Πετρίδη συμφωνήσαμε στην ανάγκη αποκλιμάκωσης» πρόσθεσε η υπουργός Άμυνας.
Για τις τουρκικές κυρώσεις η ΕΕ επιμένει ότι «όλες οι επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι» κατά τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών, της οποίας θα προεδρεύει ο Μπόρελ. Κάτι τέτοιο περιλαμβάνει κυρώσεις που στοχεύουν στην αλλαγή της πορείας της Τουρκίας, αλλά και σε άλλα πολιτικά «μαστίγια και καρότα».
Σύμφωνα με πληροφορίες, ένα κράτος – μέλος, που δεν κατονομάζεται πρότεινε την ανάκληση του καθεστώτος χώρας υποψήφιας για ένταξη στην ΕΕ στην Τουρκία. Η άτυπη συνόδος των υπουργών Εξωτερικών πραγματοποιείται την Πέμπτη, αλλά κυρώσεις αναμένονται στη σύνοδο του Σεπτεμβρίου.
Εν τω μεταξύ, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χάνει έδαφος στην υποστήριξη από διάφορες ομάδες ψηφοφόρων, ιδιαίτερα τους νέους συντηρητικούς και τους ακροδεξιούς εθνικιστές, την ώρα που πολλοί ψηφοφόροι αρχίζουν να αναζητούν εναλλακτικές στη 18ετή διακυβέρνηση της Τουρκίας από το AKP.
Όπως διαπιστώνει το Center for American Progress (CAP), που εδρεύει στην Ουάσιγκτον, o Ερντογάν χάνει έδαφος για πρώτη φορά εδώ και χρόνια και στη μελέτη του προειδοποιεί ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί να ωθήσει τον Τούρκο πρόεδρο «σε επιθετικότερες κινήσεις στο εξωτερικό» και πρόκληση νέων περιφερειακών εντάσεων στην προσπάθειά του να μεγαλώσει τη δεξαμενή των ψηφοφόρων του. Το βασικότερο ενδιαφέρον του Ερντογάν εστιάζεται στην ασφάλεια του καθεστώτος «και στη φιλοδοξία του να αναδείξει την Τουρκία σε παγκόσμιο παίκτη υπό τη διακυβέρνησή του», αναφέρει το CAP, και για να το πετύχει αυτό έχει εργαλειοποιήσει «την καταπίεση στο εσωτερικό και τον στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό στο εξωτερικό (…) ιδιαίτερα όταν απειλείται πολιτικά».
Οι νέοι απορρίπτουν τον «σουλτάνο»
Η έκθεση αποκαλύπτει ότι βασικές ομάδες ψηφοφόρων του Ερντογάν είναι απογοητευμένες με τις επιδόσεις της κυβέρνησής του, όπως και η εξοικειωμένη στις διαδικτυακή πληροφόρηση νέα γενιά, που έχει απογοητευτεί από τις προσπάθειες του AKP να βάλει φίμωτρο στα social media, ενώ μέχρι στιγμής έχει μπλοκάρει πάνω από 400.000 ιστότοπους στην Τουρκία: «το ποσοστό εκείνων που θεωρούν “αναξιόπιστα” και μεροληπτικά τα ΜΜΕ έφθασε το 77% το 2020 από 70% το 2018, ενώ παρατηρείται ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση μεταξύ των ψηφοφόρων του AKP.
Πέντε εκατομμύρια νέοι ψηφοφόροι αναμένεται να ψηφίσουν στις επόμενες βουλευτικές και προεδρικές εκλογές του 2023 στην Τουρκία, λόγος για τον οποίο η γενιά ηλικίας 18-29 είναι η μεγαλύτερη ομάδα ψηφοφόρων και μήλον της έριδος στην εσωτερική πολιτική σκηνή στη γείτονα. Ένας από τους βασικούς λόγους που οι νέοι της συντηρητικής δεξιάς στρέφουν την πλάτη στον Ερντογάν είναι ο κλυδωνισμός της τουρκικής οικονομίας. Με την ανεργία στις τάξεις των νέων να κυμαίνεται γύρω στο 25% οι προοπτικές για το μέλλον διαγράφονται δυσοίωνες για την τουρκική νεολαία.
Τον περασμένο χρόνο περίπου 2,5 εκατ. Τούρκοι έχασαν τις δουλειές τους την ώρα που η κεντρική τράπεζα της χώρας προσπαθεί απεγνωσμένα να συγκρατήσει τον κατήφορο της τουρκικής λίρας. Και σ’ αυτό έρχεται να προστεθεί η εκτεταμένη «οργή για την προσφυγική κρίση, για την παρουσία Σύρων προσφύγων σε μεγαλουπόλεις, που εντείνουν την οικονομική ανησυχία μεταξύ των Τούρκων που πασχίζουν να επιβιώσουν και το φόβο ότι απειλείται η παραδοσιακή τουρκική κουλτούρα», σημειώνει ο Μαξ Χόφμαν, αναπληρωτής διευθυντής του τμήματος Εθνικής Ασφάλειας και Διεθνούς Πολιτικής του CAP.
Aλλά και οι αμφιλεγόμενες κινήσεις του Ερντογάν, όπως η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, ερμηνεύονται κυρίως ως προσπάθειες ενίσχυσης της δημοτικότητάς του στις τάξεις των συντηρητικών μουσουλμάνων ψηφοφόρων.
Η διαφθορά διαβρώνει τη δημοτικότητα της κυβέρνησης Ερντογάν
Σύμφωνα με τον Χόφμαν η δυναμική που εμφάνιζε κατά τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης της Τουρκίας το AKP έχει χαθεί στο μεγαλύτερο μέρος της καθώς οι Τούρκοι έχουν συνηθίσει πλέον στις παρεχόμενες από την κυβέρνηση υπηρεσίες και στρέφουν πλέον την προσοχή τους στα κρούσματα διαφθοράς που συναντούν στην καθημερινότητά τους με την προνομιακή μεταχείριση ανθρώπων του κόμματος του Ερντογάν και τις δυσκολίες εξεύρεσης εργασίας, που είναι εφικτή μόνον για εκείνους που έχουν κάποιο «μέσο» στο κυβερνών κόμμα.
Σύμφωνα με πρόσφατη σφυγμομέτρηση του τουρκικού ινστιτούτου SODEV, το 70% των ερωτηθέντων -απ’ όλο το πολιτικό φάσμα – θεωρούν ότι οι ταλαντούχοι νέοι Τούρκοι αδυνατούν να ανελιχθούν επαγγελματικά στη χώρα τους χωρίς «πολιτικές διασυνδέσεις». «Κι αυτό», λέει ο Χόφμαν, «συνεισφέρει σε μια αλλαγή, που απομυζεί τον ενθουσιασμό για το AKP και μπορεί να απειλήσει την παραμονή του Ερντογάν στην εξουσία». Με την άποψή του συμφωνεί και η ειδικός σε θέματα που αφορούν στην Τουρκία του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς, Λάιζελ Χιντζ, η οποία θεωρεί ότι αυξάνεται η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για τη διαφθορά και την κατασπατάληση στο διάστημα που βρίσκεται το κόμμα του Ερντογάν στην εξουσία.
Η δυναμική πορεία πριν από χρόνια της τουρκικής οικονομίας και η ευημερία αποτελούσαν πηγή περηφάνιας για τους Τούρκους, αλλά οι χειρισμοί της κυβέρνησης στην οικονομία έχουν προκαλέσει βαθιά απογοήτευση στους ψηφοφόρους. «Η τεράστια ανισότητα μεταξύ ενός προέδρου που ζει σ’ ένα παλάτι άνω των χιλίδων δωματίων και του μέσου πολίτη, που έχει δει να πενταπλασιάζονται οι τιμές προϊόντων, τροφοδοτεί αυτή τη δυσαρέσκεια, όπως και η άποψη ότι οι Σύροι, στους οποίους παρέχεται προσωρινή προστασία, συνιστούν απειλή για το «οικονομικό και πολιτισμό status quo”», λέει η Χιντζ.
Πέφτουν τα ποσοστά του Ερντογάν και του κόμματός του
Πρόσφατη δημοσκόπηση της ΜetroPoll κατέγραψε πτώση της δημοτικότητας του AKP στο 30% το τελευταίο εξάμηνο και παράλληλη αύξηση στο 10% των ψηφοφόρων που δηλώνουν αναποφάσιστοι, ενώ ψηφοφόρους από τη δεξαμενή του Ερντογάν αντλούν και τα κόμματα δύο πρώην συνεργατών του, του Αχμέτ Νταβούτογλου και του Αλί Μπαμπατζάν. Ακόμη κι αν προσελκύσουν μικρό σχετικά αριθμό συντηρητικών, τα κόμματα αυτά θα ανοίξουν –λέει ο Χόφμαν– τον δρόμο για δημάρχους της κεμαλικής αντιπολίτευσης, που προσπαθούν να δείξουν ότι μοχθούν για την κάλυψη των βασικών αναγκών των πολιτών.
Το CAP διαπιστώνει, βάσει πανεθνικών δημοσκοπήσεων που διεξήχθησαν στην Τουρκία από τον Οκτώβριο του 2019 μέχρι τον περασμένο Απρίλιο, ότι το ποσοστό των ψηφοφόρων του AKP που δηλώνουν αφοσιωμένοι στον Ερντογάν έχει υποχωρήσει κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες, στο 66%, ενώ οι οπαδοί του κυβερνώντος κόμματος που θα ήταν πρόθυμοι να στηρίξουν έναν άλλο ηγέτη αυξήθηκαν από το 21% στο 37%.
Ξερόλας